Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Από την πολιτική στη δημοκρατική ανυπακοή



Άρθρο του καλού μας φίλου και τακτικού επισκέπτη του Δρυού από την Εφημερίδα των Συντακτών.


 «Η πολιτική ανυπακοή είναι ατομική, η δημοκρατική συλλογική. Μια κυβέρνηση που εγκαταλείπει τις προεκλογικές της δεσμεύσεις ή παραβιάζει βασικά δικαιώματα και προφανείς ανάγκες της συντριπτικής πλειονότητας, χάνει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση. Η πολιτική ανυπακοή του πλήθους αποτελεί αυθεντική ηθική και δημοκρατία εν δράσει, σε αντίθεση με την ανομία της εξουσίας. Είναι αυτό που φοβάται κάθε εξουσία»

 Η ανθρωπότητα γεννιέται με ανυπακοή. Ο Αδάμ και η Εύα παρακούν τον Θεό αφήνοντας τον Παράδεισο για τη Γη. Ο Προμηθέας κλέβει τη φωτιά από τους Θεούς και δημιουργεί τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ο Σωκράτης παραβιάζει την ορθοδοξία της Αθήνας και πεθαίνοντας βάζει τον θεμέλιο λίθο της φιλοσοφίας.
 Στη νεωτερικότητα, αντίσταση και ανυπακοή οδήγησαν σε όλες τις ελευθερίες που θεωρούμε δεδομένες. Η απελευθέρωση των δούλων, η καθολική ψήφος, βασικές προστασίες της εργασίας, η κατάργηση των διακρίσεων κατά των γυναικών, των φυλετικών και άλλων μειονοτήτων, για να αναφερθούμε μόνο στα βασικά, δεν θα υπήρχαν χωρίς τις «παράνομες» ενέργειες των ανυπάκουων. Αφαιρέστε από την ιστορία την αντίσταση κατά του ισχύοντος νόμου και θα βρισκόμασταν ακόμη σε δαντική Κόλαση.
 Η «πολιτική ανυπακοή» είναι η σύγχρονη εκδοχή του «δικαιώματος αντίστασης» (jus resistantiae). Η έννοια έγινε γνωστή με το μαζικό κίνημα στις ΗΠΑ ενάντια στις ρατσιστικές διακρίσεις και τον πόλεμο στο Βιετνάμ που ξέσπασε με μία απλή πράξη ανυπακοής: η Αφροαμερικανίδα Rosa Parks αρνήθηκε το 1955 να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σ’ έναν λευκό άντρα, όπως όριζε ο νόμος. Σημαντικοί φιλελεύθεροι φιλόσοφοι όπως η Hannah Arendt, ο John Rawls, ο Ronald Dworkin αλλά και το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησαν ότι σε συγκεκριμένες περιστάσεις η ανυπακοή όχι μόνο επιτρέπεται αλλά επιβάλλεται – και τα δικαστήρια πρέπει να προστατεύουν αυτούς που την ασκούν.

 Ο Νίξον από την άλλη πλευρά κατήγγειλε τους αντιφρονούντες ως «αναρχικούς» και «εξτρεμιστές» – αιτία των ταραχών δεν ήταν το Βιετνάμ ή ο ρατσισμός, αλλά η «έλλειψη σεβασμού προς το κράτος δικαίου». Ξέρουμε από την ιστορία ότι όταν η εξουσία απαντά στους ανυπάκουους με γενικότητες περί «κράτους δικαίου» έχει χάσει το επιχείρημα και το μόνο που της απομένει είναι η καταστολή. Θα λέγαμε ότι επιθέσεις κατά της ανυπακοής δείχνουν την αμνησία και ανοησία των κυβερνώντων. Αποτελούν την κύκνεια κακοφωνία ενός συστήματος εξουσίας.
 Στη φιλελεύθερη φιλοσοφία η εξουσία νομιμοποιείται όταν προωθεί την ατομική αυτονομία. Οι πολίτες έχουν δώσει τη σιωπηρή συναίνεσή τους στο Σύνταγμα και την κυβέρνηση με ένα πραγματικό ή εικονικό κοινωνικό συμβόλαιο και έχουν υποσχεθεί υπακοή με αντάλλαγμα νόμους που θα προάγουν το κοινό καλό και τη δικαιοσύνη. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποδεχόμαστε άνευ όρων όλες τις πολιτικές της κυβέρνησης επειδή έχουν γίνει νόμος. Εάν οι νόμοι και οι πολιτικές συγκρούονται με βασικές συνταγματικές αρχές, η νομιμότητα και η νομιμοποίηση αποκλίνουν και η υποχρέωση υπακοής αναιρείται. Η αντιπολίτευση επιδιώκει την κατάργηση του νόμου, οι πολίτες αντιστέκονται με όλους τους τρόπους εκτός της βίας.
 Οσοι παραβιάζουν κάποιο νόμο περί δημόσιας τάξης καταλαμβάνοντας ένα υπουργείο για να καταδείξουν πόσο αντισυνταγματικά και άδικα είναι τα μέτρα (έμμεση ανυπακοή) ενεργούν στο όνομα του συντάγματος. Κάποιος που παραβιάζει έναν νόμο που με τη σειρά του καταργεί συνταγματικές εγγυήσεις, όπως η περίπτωση του κινήματος «Δεν Πληρώνω», επιτελεί άμεση ανυπακοή. Και στις δύο περιπτώσεις, ο ανυπάκουος αντικαθιστά τα δικαστήρια όταν αμελούν την υποχρέωση τους απέναντι στο σύνταγμα. Οι ανυπάκουοι δεν πρέπει να τιμωρηθούν είτε γιατί ο νόμος δεν είναι έγκυρος είτε γιατί η πράξη τους δεν είναι παραβατική.
 Για τον απλό πολίτη, η ανυπακοή είναι η ηθική απόφαση να παραβιάσει τον νόμο λέγοντας «φτάνει, αρκετά, δεν πάει άλλο». Είναι μια δύσκολη απόφαση, ταυτόχρονα τραυματική και αναπόφευκτη, μια «επικίνδυνη ελευθερία» που εκφράζει την ουσία της αυθεντικής ηθικής. Στην ανυπακοή, νομιμότητα και ηθική συγκρούονται: από τη μια η εξωτερική υποχρέωση να υπακούμε τον νόμο (με τεχνικούς όρους, ένα ετερόνομο καθήκον) και από την άλλη η εσωτερική ηθική ευθύνη που μας δεσμεύει να ακολουθούμε το καλό, αυτό που για τον καθένα μας εκφράζει την ύψιστη ηθική αρετή (αυτονομία). Στην ανυπακοή, νομιμότητα και ηθική αποκλίνουν αλλά αυτονομία και υπαρξιακή ελευθερία συμπίπτουν.
 Ο ηθικός έλεγχος της ανυπακοής είναι εύκολος. Η απόρριψη του φόβου που καλλιεργεί η εξουσία, η αποδοχή της πιθανότητας τιμωρίας και η καθολικότητα του ηθικού αιτήματος αποτελούν αυστηρά κριτήρια. Η ηθική ισχύς του δικαίου στηρίζεται στην καθολική του μορφή. Η ηθική επιταγή της ανυπακοής από την άλλη πλευρά αντλεί τη δύναμή της από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης κατάστασης, την ένταση και έκταση του κοινωνικού τραυματισμού. Ο καταλύτης για ανυπακοή μπορεί να είναι μια ακραία αδικία, όπως ο φόνος του Αλέξη το 2008, ή αποτέλεσμα μιας σειράς καθημερινών επιθέσεων και ταπεινώσεων που εξαντλούν την ηθική αντοχή, όπως μαζικές απολύσεις, απέλπιδη ανέχεια ή συνεχείς επιθέσεις στην αξιοπρέπεια.
 Σε όλες τις περιπτώσεις μη ωφελιμιστικής αλλά ηθικής ανυπακοής, το μερικό ή τοπικό τραύμα εγείρει ένα καθολικό αίτημα. Η «κατηγορική επιταγή» της αντίστασης είναι «να δρας πάντα σύμφωνα με μια αρχή που επιτίθεται, υποσκάπτει και αναιρεί τις αιτίες που αποκλείουν και καταδικάζουν σε συμβολικό και φυσικό θάνατο μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού». Σε αντίθεση με τον νόμο που λειτουργεί παραγωγικά, η ηθική επιταγή της αντίστασης καθολικεύει το ειδικό. Οι χαμηλόμισθοι, οι άνεργοι, οι αποκλεισμένοι και κατατρεγμένοι, νέοι και γέροι, Ελληνες και μετανάστες, ενσωματώνουν το καθολικό αυτό πρόταγμα. Για τους οργανικούς διανοούμενους της εξουσίας από την άλλη πλευρά, αυτούς που καταγγέλλουν την ανυπακοή ως «ανομία», η τιμωρία είναι άγνωστη και το κοινό καλό αποτελεί συνήθως μάσκα του ιδιωτικού τους συμφέροντος.
 Ο αυτόνομος ανυπάκουος πολίτης δεν ακολουθεί απλώς τον νόμο – κρίνει ταυτόχρονα τη «λογική» του και την εσωτερική του σχέση του με τη δικαιοσύνη. Ενας νόμος χωρίς δικαιοσύνη είναι σώμα χωρίς ψυχή, νεκρό γράμμα χωρίς πνεύμα, δεν δημιουργεί ευθύνη ούτε υποχρέωση υπακοής. Μόνο απελπισμένα καθεστώτα υποστηρίζουν ότι όλοι οι νόμοι δημιουργούν απόλυτη υποχρέωση υπακοής. Είναι περίεργο ότι χρειάζεται να το υπενθυμίσουμε σ’ αυτούς που φαντάζονται ότι είναι παιδιά της Αντιγόνης.
 Βασικές συνταγματικές διαδικασίες έχουν παραβιαστεί και καίρια πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα έχουν καταστρατηγηθεί από τα Μνημόνια. Αυτά τα μέτρα και μόνο θα δικαιολογούσαν την ανυπακοή. Αλλά οι αιτιολογίες για την ανυπακοή πάνε βαθύτερα. Το δημοκρατικό έλλειμμα του πολιτικού συστήματος είναι εμφανές και δραματικό. Τα μέτρα έχουν παραχωρήσει την εθνική ανεξαρτησία σε ένα ετερόκλητο «πλήρωμα» διεθνών τραπεζιτών και «λογιστών» των Βρυξελλών και έχουν μετατρέψει το εθνικό Κοινοβούλιο σε τοπικό υποκατάστημα πολυεθνικής εταιρείας που εκτελεί τις εντολές της γενικής διεύθυνσης. Η Ελλάδα βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και κυβερνάται με διατάγματα ξένων δυνάμεων που προσκάλεσε και υπηρετεί η κυβέρνηση.
 Εδώ ερχόμαστε στις σύγχρονες θεωρίες της δημοκρατικής ανυπακοής. Η πολιτική ανυπακοή είναι ατομική, η δημοκρατική συλλογική. Μια κυβέρνηση που εγκαταλείπει τις προεκλογικές της δεσμεύσεις ή παραβιάζει βασικά δικαιώματα και προφανείς ανάγκες της συντριπτικής πλειονότητας χάνει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση. Στη «μεταδημοκρατική συνθήκη» της εποχής μας η δημοκρατική διαδικασία δυσλειτουργεί, οι πολιτικοί εφαρμόζουν τις επιταγές των τεχνοκρατών, οι κυβερνήσεις είναι υποχείρια των αγορών, τα ΜΜΕ κομμάτια της διαπλοκής και συναλλαγής. Δεν υπάρχει τρόπος να συμμετάσχουμε στις αποφάσεις που μας αφορούν ή να εισακουστούν τα θεμιτά μας παράπονα.
 Στην Ελλάδα το δημοκρατικό έλλειμμα του πολιτικού συστήματος, μόνιμο χαρακτηριστικό των μεταβιομηχανικών κοινωνιών, έχει γίνει εμφανές και δραματικό. Μόνο η αντίσταση στις μη νομιμοποιούμενες πολιτικές μετατρέπει τα απλά υπο-κείμενα του νόμου σε πραγματικούς πολίτες. Αυτό είναι το δεύτερο επίτευγμα της ανυπακοής: ανυψώνει τους ανθρώπους από εκτελεστές διαταγών σε αυτόνομους και ενεργούς παράγοντες δημοκρατίας. Η δημοκρατία περιέχει ως αναπόσπαστο κομμάτι της το «δικαίωμα εξέγερσης», το μόνο «φυσικό» δικαίωμα που την σώζει από την πλήρη παρακμή και σήψη. Αυτό που υποστηρίζω, λοιπόν, είναι ότι η λυσσασμένη επίθεση στην ανυπακοή δεν έχει να κάνει με τη νομιμότητα αλλά με τι διακυβέρνηση. Ο ανυπάκουος δημοκράτης ενεργεί ηθικά ως άτομο και πολιτικά ως μέλος μιας πολιτικής κοινότητας. Αψηφά την εξουσία και τις πολιτικές εκφοβισμού έχοντας στον νου μια βασική δέσμευση στο καλό και όχι στο ατομικό του κέρδος ή όφελος, όπως κάνουν μονίμως οι ισχυροί και οι πλούσιοι. Η δημοκρατική ανυπακοή εισάγει ξανά το «πολιτικό» στοιχείο στην καθημερινή πολιτική που έχει ορισθεί ως χώρος διαχείρισης συμφερόντων από αντιπροσώπους και εξπέρ. Οταν γίνεται αυτό, αποτυγχάνει η «βιοπολιτική» προσπάθεια να ελεγχθούν τα σώματα και τα μυαλά των πολιτών, μία προσπάθεια που επιδιώκει να μετατρέψει τον λαό σε ένα ενιαίο, υπάκουο και εύπλαστο πολιτικό σώμα.
 Κανένας νόμος ή κυβέρνηση δεν μπορεί να επιβιώσει αν δεν έχει την ενεργητική αποδοχή ή, τουλάχιστον, την ανοχή των πολιτών. Μια κρίση νομιμοποίησης και εξουσίας δεν προκύπτει βέβαια από μεμονωμένες πράξεις ανυπακοής. Δημιουργείται όταν το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί πλέον να εξασφαλίσει αποδοχή της βασικής πολιτικής και των αρχών του και πρέπει να καταφύγει στον ανοικτό καταναγκασμό, στην ιδεολογική χειραγώγηση ή στα ψεύδη, με άλλα λόγια στην ταύτιση νόμου και ανομίας. Η πολιτική ανυπακοή του πλήθους αποτελεί αυθεντική ηθική και δημοκρατία εν δράσει σε αντίθεση με την ανομία της εξουσίας. Είναι αυτό που φοβάται κάθε εξουσία.
 * Καθηγητής και διευθυντής του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Birkbeck του Λονδίνου. Ανάμεσα στα Βιβλία του «Αντίσταση και φιλοσοφία στην κρίση» (Αλεξάνδρεια 2012) και «Ριζοσπαστική Πολιτική και Νομική Φιλοσοφία» (Νήσος 2013) .

Δεν υπάρχουν σχόλια: